ἐπαίτης — beggar masc nom sg ἐπαιτέω ask besides imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἐπαιτέω ask besides imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
επαίτης — ο αυτός που επαιτεί, ζητιάνος, ζήτουλας, διακονιάρης … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
ἐπαιτῶν — ἐπαίτης beggar masc gen pl ἐπαιτέω ask besides pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἐπαιτέω ask besides pres part act masc nom sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐπαῖται — ἐπαίτης beggar masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐπαίταις — ἐπαίτης beggar masc dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐπαίτην — ἐπαίτης beggar masc acc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐπαίτῃ — ἐπαίτης beggar masc dat sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Ίρος — (I) Ἶρος, ὁ (Α) 1. ο Ιθακήσιος επαίτης Αρναίος, που ονομάστηκε έτσι από τους μνηστήρες ως αγγελιαφόρος 2. (ως προσηγορικό) επαίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ἶρις, όνομα τής αγγελιαφόρου τών θεών] … Dictionary of Greek
Γκραβαρίτης — και Κραβαρίτης, ο 1. αυτός που κατοικεί στα Κράβαρα (περιοχή τής Ναυπακτίας) ή κατάγεται από εκεί 2. επαίτης από αυτήν την περιοχή 3. επαίτης 4. αυτός που εκλιπαρεί για βοήθεια με αναξιοπρεπή τρόπο … Dictionary of Greek
ἐπαίτας — ἐπαίτᾱς , ἐπαίτης beggar masc acc pl ἐπαίτᾱς , ἐπαίτης beggar masc nom sg (epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)